Αδροπίθηκος

Από testwiki
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πρότυπο:Ταξινομοπλαίσιο

Ο Αδροπίθηκος (Hadropithecus) είναι μέσου μεγέθους εξαφανισμένο γένος λεμούριου από τη Μαδαγασκάρη που περιλαμβάνει μόνο ένα είδος, το είδος Αδροπίθηκος ο στενόγναθος (Hadropithecus stenognathus). Λόγω της σπανιότητάς του και της έλλειψης επαρκών σκελετικών κατάλοιπων, είναι ένα από λιγότερο κατανοητά είδη εξαφανισμένων λεμούριων. Μαζί με τον Αρχαιολεμούριο είναι γνωστοί ως «λεμούριοι μαΐμούδες» ή «λεμούριοι μπαμπουίνοι» εξαιτίας της σωματικής κατασκευής τους και του οδοντικού τύπου τους που υποδεικνύουν εδαφικό τρόπο ζωής και δίαιτα παρόμοια με των σύγχρονων μπαμπουίνων. Ο Αδροπίθηκος είχε εκτεταμένους γομφίους και κοντό, δυνατό σαγόνι, υποδεικνύοντας ότι και βοσκούσε και τρέφονταν με σπόρους.

Οι λεμούριοι μαϊμούδες θεωρείται ότι συγγενεύουν περισσότερο με τους ινρδιίδες και τους προσφάτως εξαφανισμένους βραδύποδες λεμούριους, παρόλο που πρόσφατα ευρήματα προκάλεσαν μερικές διαφωνίες ως προς το ενδεχόμενο να συγγενεύουν περισσότερο με τους λεμουρίδες. Γενετικές εξετάσεις ωστόσο επιβεβαίωσαν την αρχική υπόθεση. Ο Αδροπίθηκος ζούσε σε ανοιχτά μέρη στα κεντρικά υψίπεδα και στις νότιες και νοτιοδυτικές περιοχές της Μαδαγασκάρης. Είναι γνωστός μόνο από υποαπολιθώματα ή πρόσφατα κατάλοιπα και θεωρείται σύγχρονος τύπος μαλαγασικού λεμούριου. Εξαφανίστηκε περίπου το 444-772 ΚΕ, λίγο μετά την άφιξη των ανθρώπων στο νησί.

Ετυμολογία

Το κοινό όνομα που μοιράζεται ο Αδροπίθηκος με τον Αρχαιολεμούριο, «λεμούριοι μαϊμούδες» και «λεμούριοι μπαμπουίνοι», οφείλεται στις οδοντικές και κινητικές προσαρμογές τους που μοιάζουν με αυτές των σύγχρονων αφρικανικών μπαμπουίνων.[1][2] Το όνομα του γένους, «Αδροπίθηκος, Hadropithecus», προέρχεται από τα ελληνικά αδρός και πίθηκος. Το όνομα του είδους, «στενόγναθος, stenognathus», προέρχεται και αυτό από τα ελληνικά στενός και γνάθος.[3]

Ταξινομία και φυλογένεση

Ο Αδροπίθηκος ο στενόγναθος ταξινομείται ως το μόνο μέλος του γένους Αδροπίθηκος και ανήκει στην οικογένεια των Αρχαιολεμουριδών. Η οικογένεια ανήκει στην ενδοτάξη Λεμουριόμορφα, η οποία περιλαμβάνει όλους τους λεμούριους της Μαδαγασκάρης.[4] Το είδος περιγράφηκε επίσημα το 1899 από μία κάτω γνάθο που βρέθηκε στο σπήλαιο Αντραχομάνα στη νοτιοανατολική Μαδαγασκάρη από τον παλαιοντολόγο Λούντβιχ Λόρεντζ φον Λίμπουρναου, ο οποίος πίστευε ότι προέρχεται από κάποιον πίθηκο.[5] Ένα χρόνο αργότερα ο Λόρεντζ περιέγραψε το είδος Pithecodon sikorae βασισμένος σε φωτογραφίες ενός κρανίου, το οποίο όμως αποδείχθηκε ότι ήταν ανήλικο είδος του Hadropithecus stenognathus. Σε μία δημοσίευση του 1902, ανακοίνωσε ότι ο Hadrophithecus stenognathus δεν ήταν πίθηκος αλλά λεμούριος.[6] Πάνω από 100 χρόνια αργότερα, λόγω της σπανιότητας των σκελετικών υπολειμμάτων του είδους, είναι ένα από τα λιγότερο κατανοητά είδη υποαπολιθωμένων λεμούριων.[7]

Πρότυπο:Κλαδόγραμμα

Βάσει των ομοιοτήτων στο κρανίο και τα δόντια, αργότερα έγινε η υπόθεση ότι οι αρχαιολεμουρίδες (ο Αδροπίθηκος και ο Αρχαιολεμούριος) ήταν συγγενική ομάδα με τους υπάρχοντες ιντριίδες και τους προσφάτως εξαφανισμένους παλαιοπροπιθηκίδες.[8][9] Ωστόσο υπήρχαν κάποιες διαφωνίες ως προς το αν οι προπιθηκίδες ή οι αρχαιολεμουρίδες ήταν πιο κοντά στους σύγχρονους ιντριίδες. Τα κρανία των αρχαιολεμουρίδων έμοιαζαν πιο πολύ σε αυτά των ιντριίδων, αλλά τα δόντια τους ήταν πολύ εξειδικευμένα, εν αντιθέσει με αυτά των ιντριίδων. Από την άλλη, οι παλαιοπροπιθηκίδες είχαν δόντια παρόμοια με των ιντριίδων αλλά πολύ εξειδικευμένα κρανία. Το ζήτημα λύθηκε με την ανακάλυψη των νέων σκελετών του Μπαμπακότια και του Μεσοπροπίθηκου, δύο γένη των παλαιοπροπιθηκίδων που είχαν κρανία και δόντια παρόμοια με αυτά των ιντριίδων.[8] Πιο πρόσφατα, οπιθοκρανιακά κατάλοιπα του Αδροπίθηκου που βρέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποτέλεσαν το έναυσμα για την υπόθεση ότι οι αρχαιολεμουρίδες ήταν πιο κοντά στους λεμουρίδες.[10] Ωστόσο, με αλληλούχιση DNA επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι είναι αδελφική ομάδα με τους ιντριίδες και τους παλαιοπροπηθικίδες.[11] Πρότυπο:Clear

Ανατομία και φυσιολογία

Ο Αδροπίθηκος ο στενόγναθος εκτιμάται ότι ζύγιζε 27-35 κιλά και ήταν όσο μεγάλος ήταν και ο Αρχαιολεμούριος, αλλά πιο λεπτοκαμωμένος.[4][1] Νεώτερα υποαπολιθώματα ωστόσο υποδεικνύουν ότι ο Αδροπίθηκος ενδέχεται να ήταν πιο ρωμαλέος και να έμοιαζε περισσότερο με γορίλα παρά με μπαμπουίνο.[12] Ήταν κατά πάσα πιθανότητα λιγότερο ευκίνητος από τα Κερκοπιθηκοειδή.[7] Αμφότεροι οι αρχαιολεμουρίδες ήταν τετράποδα,[1] ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι είχαν προσαρμογές κατάλληλες για τρέξιμο,[12] και παρόλο που ο Αδροπίθηκος μπορούσε να σκαρφαλώνει σε δέντρα, δεν είχε τις κατάλληλες προσαρμογές για να πηδάει ή να κρεμιέται από αυτά.[7]

Παρόλο που έχουν βρεθεί λιγότερα οπιθοκρανιακά κατάλοιπα του Αδροπίθηκου από ότι του Αρχαιολεμούριου, αυτά που έχουν βρεθεί υποδεικνύουν ότι αμφότεροι είχαν εδαφικό ή ημιεδαφικό τρόπο ζωής,[4][1][2][9] πράγμα ασυνήθιστο για λεμούριους. Αμφότερα είχαν κοντά άκρα και δυνατή κατασκευή.[8] Λόγω του εξειδικευμένου οδοντικού του τύπου και κατά συνέπεια της δίαιτάς του, ο Αδροπίθηκος πιστεύεται ότι ήταν πιο εδαφόβιος από τα δύο,[9] καθώς ο Αρχαιολεμούριος περνούσε κατά πάσα πιθανότητα περισσότερο καιρό στα δέντρα για τροφή και ύπνο.[1] Αμφότερα τα γένη είχαν επίσης κοντά πόδια και χέρια, μια προσαρμογή για το περπάτημα στο έδαφος.[8]

Το πρόσωπο του Αδροπίθηκου ήταν κοντό και προσαρμοσμένο στη μεγάλη πίεση του μασήματος. Οι αρχαιολεμουρίδες είχαν πολύ εξειδικευμένα δόντια, αλλά τα δόντια του Αδροπιθήκου ήταν ακόμα πιο εξειδικευμένα για άλεσμα.[13] Είχε εκτεταμένους γομφίους οι οποίοι φθείρονταν γρήγορα,[8] όπως αυτά των οπληφόρων,[4] ενώ οι οπίσθιοι προγόμφιοι λειτουργούσαν ως γομφίοι ώστε να εκτείνεται η επιφάνεια αλέσματος.[8] Είχε επίσης στιβαρή γνάθο για τη σύνθλιψη σκληρών αντικειμένων.[13] Ακόμα και η χαρακτηριστική για τα στρεψίρρινα κτενωτή διάταξη δοντιών είναι μειωμένη σε αυτό το είδος.[4][2][8] Ο οδοντικός του τύπος ήταν 2.1.3.31.1.3.3×2=34.[8]

Τα κρανία αμφότερων του Αδροπίθηκου και του Αρχαιολεμούριου υποδεικνύουν ότι οι αρχαιολεμουρίδες είχαν σχετικά μεγάλους εγκέφαλους σε σχέση με του υπόλοιπου υποαπολιθωμένους λεμούριους, με τον Αδροπίθηκο να έχει εκτιμώμενο ενδοκρανιακό όγκο 115 ml.[7]

Οικολογία

Όπως όλοι οι άλλοι λεμούριοι, ο Αδροπίθηκος ήταν ενδημικός στη Μαδαγασκάρη. Επειδή εξαφανίστηκε πρόσφατα και είναι γνωστό μόνο από υποαπολιθώματα, θεωρείται σύγχρονη μορφή μαλαγασικού λεμούριου.[2] Κάποτε βρίσκονταν κατά μήκος του Κεντρικού Υψιπέδου, των Νότιων και Νοτιοδυτικών περιοχών της Μαδαγασκάρης.[4][2] Στο εύρος της φυσικής του κατοικίας υπήρχαν πολλοί λίγοι άλλοι λεμούριοι που επικάλυπταν τον οικολογικό του θώκο, και έχει αποδειχτεί ότι ήταν ο μόνος υποαπολιθωμένος λεμούριος που κατανάλωνε φυτά φωτοσυνθετικού τύπου C3 και C4 (ή CAM), ένδειξη ότι κατοικούσε σε πιο ανοικτά μέρη και έχει ποικιλία στη δίαιτά του.[1][12] Από τη φυσιολογία και την οδοντοστοιχία του συνάγεται το συμπέρασμα ότι έμοιαζε αρκετά με τους μπαμπουίνους γκελάντα στην κίνηση και τη δίαιτα,[4][2][8] τρώγοντας γρασίδι με τα χέρια καθώς τα δόντια του ήταν καλά προσαρμοσμένα στο άλεσμα γρασιδιού και σπόρων.[2][9] Μοτίβα αποτριβής στα δόντια του, καθώς και οι υπεραναπτυγμένοι γομφίοι υποδεικνύουν ότι κατανάλωνε σκληρά αντικείμενα όπως καρπούς και σπόρους.[12][13] Νεότερες ωστόσο αναλύσεις αποτριβών υποδεικνύουν διαφορές μεταξύ των μπαμπουίνων γκελάντα και των Αδροπιθήκων, και πιθανώς ο εξαφανισμένος λεμούριος να τρεφόταν αυστηρά μόνο με σκληρούς καρπούς και όχι με γρασίδι.[7]

Εξαφάνιση

Εξαιτίας του μικρού αριθμού υποαπολιθωμάτων που έχουν βρεθεί, ο Αδροπίθηκος πιστεύεται ότι ήταν σπάνιος,[9] και εξαφανίστηκε νωρίτερα από το αδελφό του τάξο, τον Αρχαιολεμούριο.[1] Αμφότεροι εξαφανίστηκαν λίγο μετά την έλευση των ανθρώπων στο νησί, αλλά ο Αδροπίθηκος, καθώς τρεφόταν βόσκωντας, δεχόταν περισσότερη πίεση από τα οικόσιτα ζώα, τα εισηγμένα γουρούνια, και τους εξαπλούμενους ανθρώπινους πληθυσμούς, από ότι ο πιο γενικευμένος Αρχαιολεμούριος.[4] Η τελευταία γνωστή καταγραφή του είδους τοποθετείται με ραδιοχρονολόγηση γύρω στο 444–772 ΚΕ.[1]

Δείτε επίσης

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 Πρότυπο:Cite book
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Πρότυπο:Cite book
  3. Πρότυπο:Cite journal σσ. 80–81, 539, 645, 648.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 Σφάλμα παραπομπής: Μη έγκυρη ετικέτα <ref>• δεν δίνεται κείμενο για παραπομπές με όνομα Nowak
  5. Πρότυπο:Cite journal
  6. Σφάλμα παραπομπής: Μη έγκυρη ετικέτα <ref>• δεν δίνεται κείμενο για παραπομπές με όνομα 1902Lorenz_von_Liburnau
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Σφάλμα παραπομπής: Μη έγκυρη ετικέτα <ref>• δεν δίνεται κείμενο για παραπομπές με όνομα 2008Ryan
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 8,6 8,7 8,8 Πρότυπο:Cite book
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 Πρότυπο:Cite book
  10. Πρότυπο:Cite journal
  11. Σφάλμα παραπομπής: Μη έγκυρη ετικέτα <ref>• δεν δίνεται κείμενο για παραπομπές με όνομα 2008Orlando
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Πρότυπο:Cite book
  13. 13,0 13,1 13,2 Πρότυπο:Cite book

Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Πρότυπο:Portal bar