Βάλσαμο

Από testwiki
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πρότυπο:Ταξινομοπλαίσιο Το Υπερικόν το διάτρητον (Hypericum perforatum) ή κοινώς το βάλσαμο, είναι ανθοφόρο φυτό του γένους Υπερικόν (Hypericum), της οικογένειας Υπερικίδες (Hypericaceae).

Στην Αρχαία Ελλάδα, ήταν γνωστό ως «υπερικόν», ενώ στη νεότερη Ελλάδα, είναι επίσης γνωστό και ως βαλσαμόχορτο ή σπαθόχορτο, ενώ, στην ξένη (Αγγλική) βιβλιογραφία, αναφέρεται ως Perforate St John's-wort,[1] Common Saint John's wort και St. John's wort.Πρότυπο:Refn Στο εξωτερικό, η κοινή ονομασία St John's wort, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναφερθεί σε οποιοδήποτε είδος του γένους Hypericum. Συνεπώς, το Υπερικόν το διάτρητον (Hypericum perforatum) προκειμένου να διαφοροποιηθεί, ορισμένες φορές ονομάζεται Common St John's wort ή Perforate St John's wort. Είναι φαρμακευτικό βότανο με αντικαταθλιπτική δράση και ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, ως ένας αραχιδονικός αναστολέας της 5-λιποξυγενάσης (5-LO) και αναστολέας της 1-κυκλοξυγενάσης (COX-1), αλλα και επαγωγέας κυττοχρώματος, και αρα παρατηρούνται αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα.[2][3][4]

Ετυμολογία

Πρότυπο:Πηγές ενότητας Η ονομασία του γένους «Υπερικόν» (Hypericum), προέρχεται από τις Ελληνικές λέξεις υπέρ (άνωθεν) και εικών (εικόνα), αναφορικά με την παράδοση η οποία υπάρχει, κατά τη διάρκεια της ημέρας του Αγίου Ιωάννη, στο να κρέμονται φυτά επάνω από τις θρησκευτικές εικόνες του σπιτιού, προκειμένου να αποκρουσθεί το κακό. Όμως ο συσχετισμός της λέξης υπερικόν με τον Άγιο Ιωάννη είναι προβληματικός αφού η λέξη χρησιμοποιείτο και πριν από την έλευση του χριστιανισμού, ενώ ακόμα και η ορθογραφία διαφέρει. Η Λατινική ονομασία του φυτού «διάτρητον» (perforatum), οφείλεται στο ότι τα φύλλα του έχουν στίγματα, τα οποία είναι εμφανή όταν κρατηθούν μπροστά στο φως, δίνοντάς τους έτσι την «διάτρητη» εμφάνιση. Ονομάζεται σπαθόχορτο, γιατί στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν ως επουλωτικό, στις πληγές που γινόντουσαν από τα σπαθιά. Η κοινή του Αγγλική ονομασία St John's wort, προέρχεται από την παραδοσιακή του ανθοφορία και συγκομιδή, που συμβαίνει στις 24 Ιουνίου, κατά την εορτή του Αγίου Ιωάννου.Πρότυπο:Refn

Βοτανική περιγραφή

Ημιδιαφανή στίγματα από αδενικό ιστό επάνω στα φύλλα.

Το Υπερικόν το διάτρητον (Hypericum perforatum), είναι εγγενές σε τμήματα της Ευρώπης και της Ασίας[5] αλλά έχει εξαπλωθεί και σε ολόκληρο τον κόσμο, ως ένα κοσμοπολίτικο αγριόχορτο εισβολέας, συμπεριλαμβάνοντας τις εύκρατες περιοχές της Ινδίας, Κίνας, Αφρικής και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το βάλσαμο είναι ποώδες πολυετές φυτό (perennial)Πρότυπο:Refn με εκτεταμένα υφέρποντα ριζώματα (rhizomes).Πρότυπο:Refn Τα στελέχη του είναι όρθια, διακλαδισμένα στο άνω τμήμα και μπορεί να αυξηθεί σε 1 μ. ύψος. Έχει αντικριστά, άμισχα, Πρότυπο:Refn στενά, επιμήκη φύλλα, τα οποία έχουν μήκος 1-2 εκ..[6]Πρότυπο:Rp Τα φύλλα είναι κίτρινο-πράσινου χρώματος, με διάσπαρτα ημιδιαφανή στίγματα του αδενικού ιστού[7] Τα στίγματα είναι εμφανή όταν κρατηθούν μπροστά στο φως, δίνοντας στα φύλλα την «διάτρητη» εμφάνιση στην οποία αναφέρεται η Λατινική ονομασία του φυτού. Τα άνθη φτάνουν σε μήκος τα 2,5 εκατοστά, έχουν πέντε πέταλα (petals)Πρότυπο:Refn και έχουν φωτεινό κίτρινο χρώμα με εμφανή μαύρα στίγματα.[8]Πρότυπο:Rp Επίσης, εμφανίζονται σε πλατιά συμπλέγματα ανθέων (cymes)Πρότυπο:Refn στα άκρα των άνω κλάδων, από τα τέλη της άνοιξης και στις αρχές έως τα μέσα του καλοκαιριού. Τα σέπαλαΠρότυπο:Refn είναι μυτερά με μαύρα αδενικά στίγματα. Υπάρχουν πολλοί στήμονες,Πρότυπο:Refn οι οποίοι ενώνονται στη βάση σε τρεις δεσμίδες. Οι κόκκοι γύρης είναι ελλειψοειδείς.[9]Πρότυπο:Refn Όταν συνθλίβονται οι ανθοφόροι οφθαλμοί των ανθέων (όχι αυτά καθεαυτά τα άνθη) ή οι λοβοί των σπόρων, παράγεται ένα ερυθρωπό / πορφυρό υγρό. Περιέχει υπερικίνη και ψευδοϋπερικίνη, φλαβονοειδή (16% στα φύλλα), ξανθόνες, φαινολικά οξέα και αιθέρια έλαια (0,13% σε ολόκληρο το φυτό).

Οικολογία

Το βάλσαμο πολλαπλασιάζεται τόσο αγενώς (βλαστικά) όσο και εγγενώς (μέσω σπερμάτων). Ευδοκιμεί στις περιοχές, όπου το μοτίβο της βροχόπτωσης, είναι κυρίαρχο είτε τον χειμώνα είτε το καλοκαίρι. Ωστόσο, η διανομή περιορίζεται από θερμοκρασίες πολύ χαμηλές για την βλάστηση των σπόρων ή την επιβίωση των δενδρυλλίων. Υψόμετρα άνω των 1500 μ., βροχοπτώσεις λιγότερες από 500 χιλ. και μια μέση ημερησία θερμοκρασία Ιανουαρίου (στο Νότιο ημισφαίριο) άνω των 24°C, θεωρούνται περιοριστικά κατώτατα όρια. Ανάλογα με τις περιβαλλοντικές και τις κλιματικές συνθήκες και της ηλικίας του ρόδακα (rosette),Πρότυπο:Refn το βαλσαμόχορτο θα αλλάξει τη μορφή της ανάπτυξης και τη συνήθεια να προωθήσει την επιβίωση. Οι θερινές βροχές, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές στο να επιτρέψουν στο φυτό, να αναπτυχθεί βλαστικά, μετά την αποφύλλωση από τα έντομα ή τη βόσκηση. Τα σπέρματα μπορεί να παραμείνουν για δεκαετίες στην τράπεζα σπερμάτων στο έδαφος,Πρότυπο:Refn τα οποία εκβλασταίνουν έπειτα από διαταραχή (π.χ φωτιά).[10]

Είδη - εισβολείς

Το Υπερικόν το διάτρητον (Hypericum perforatum) καλλιεργείται εμπορικά σε ορισμένες περιοχές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αν και περιλαμβάνεται ως επιβλαβές ζιζάνιο σε περισσότερες από είκοσι χώρες και έχουν εισαχθεί πληθυσμοί στη Νότια και τη Βόρεια Αμερική, την Ινδία, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία και τη Νότια Αφρική.[10] Στα λιβάδια, το βαλσαμόχορτο δρα τόσο ως τοξικό όσο και ως ζιζάνιο εισβολέας. Αντικαθιστά τις αυτόχθονες φυτικές κοινότητες και την κτηνοτροφική βλάστηση, σε τέτοιο βαθμό, κάνοντας τις παραγωγικές γαίες μη βιώσιμες[11] ή να γίνει ένα είδος εισβολέα στους φυσικούς οικοτόπους και τα οικοσύστηματα. Η κατάποσή του από τα ζώα, μπορεί να προκαλέσει φωτοευαισθησία, καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), αυθόρμητη αποβολή και μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο.[12] Τα αποτελεσματικά ζιζανιοκτόνα, για τον έλεγχο του Υπερικού (Hypericum) περιλαμβάνουν 2,4-D, picloram και glyphosate. Στη δυτική Βόρεια Αμερική, τρία κολεόπτερα το Chrysolina quadrigemina, Chrysolina hyperici και το Agrilus hyperici, έχουν εισαχθεί ως παράγοντες βιοελέγχου.[13]

Φαρμακευτικές ιδιότητες

Το υπερικό ή βαλσαμόχορτο απασχόλησε τη θεραπευτική από την αρχαιότητα: ο Γαληνός[14] και ο Διοσκουρίδης[15] το αναφέρουν ως διουρητικό, επουλωτικό, εμμηναγωγό και αιμοστατικό.[16] Στην αρχαιότητα επίσης, το χρησιμοποιούσαν ως επουλωτικό στις πληγές που γινόντουσαν από τα σπαθιά, εξ ου κι η ονομασία του σπαθόχορτο.

Στις ΗΠΑ, μετά από ένα πρόγραμμα του ABC News τον Ιούνιο του 1997, το υπερικό έγινε το πιο δημοφιλές φυτό, το εναλλακτικό «πρόζακ» (Ladose), για την ήπια και μέτρια κατάθλιψη. Χρησιμοποιείται επίσης ως αντισπασμωδικό και βελτιωτικό της ποιότητας του ύπνου σε αϋπνίες. Ήδη, το 1994 στη Γερμανία, συνταγογραφήθηκαν συνταγές για 20 εκατομμύρια ασθενείς. Μόνο στη Μοντάνα των ΗΠΑ καλλιεργούνται σήμερα 500.000 στρέμματα του φυτού.

Φαρμακευτικές χρήσεις

Σύμφωνα με τη Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία, ως δρόγη νοούνται τα ανθισμένα υπέργεια τμήματα του φυτού, τα οποία περιέχουν ποσοστό μεγαλύτερο του 0,08% σε ολικές υπερικίνες. Τα κατοχυρωμένα από την παραδοσιακή χρήση παρασκευάσματα του βαλσαμόχορτου είναι τα ξηρά εκχυλίσματα (εκχύλιση με οινόπνευμα 38%), τα λεγόμενα βαλσαμέλαια (εκχύλιση με διάφορα φυτικά έλαια όπως ηλιέλαιο Ω , ελαιόλαδο, καλαμποκέλαιο), τα βάμματα (υγρά εκχυλίσματα με αλκοόλη 45-50%) και το αποξηραμένο φυτό για την παρασκευή ροφήματος.[17]

Για συστηματική (εσωτερική) χρήση, λαμβάνεται:

  • Ως έγχυμα: συνήθως ένα κουταλάκι του γλυκού ξερά τριμμένα φύλλα και άνθη σε μία κούπα καυτό νερό, που αφήνεται για 10 με 15 λεπτά για να περάσουν όλα τα συστατικά του φυτού στο νερό, από μία μέχρι τρεις φορές την ημέρα, κατόπιν συμβουλής γιατρού, φαρμακοποιού ή ειδικού.
  • Σε κάψουλες ή χάπια που περιέχουν ξηρό εκχύλισμα, κατόπιν συμβουλής γιατρού ή φαρμακοποιού
  • Σε αλκοολούχο βάμμα, κατόπιν συμβουλής γιατρού ή φαρμακοποιού.

Για τοπική χρήση χρησιμοποιείται κυρίως το βαλσαμέλαιο, το οποίο παρασκευάζεται με εκχύλιση του φρέσκου φυτού σε ελαιόλαδο ή κάποιο άλλο φυτικό λάδι για πολλές ημέρες (40 έως 50).

Η σύσταση των ξηρών εκχυλισμάτων και του βάμματος, διαφέρει σημαντικά από τη σύσταση του βαλσαμελαίου οπότε και οι ενδείξεις καθώς και ο τρόπος χρήσης είναι διαφορετικός.

Επουλωτικό πληγών και εγκαυμάτων

Το βαλσαμέλαιο είναι ένα ήπιο επουλωτικό, λόγω της αντιμικροβιακής του ιδιότητας και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση μικρής έκτασης δερματικών φλεγμονών όπως τα ηλιακά εγκαύματα πρώτου βαθμού και μικρών πληγών.[18]

Κατά της πνευματικής κόπωσης

Στην παραδοσιακή ιατρική, και ελλείψει του όρου "κατάθλιψη", το βαλσαμόχορτο χρησιμοποιούνταν συστηματικά για την αντιμετώπιση της γενικότερης πνευματικής εξάντλησης και καταπόνησης. Πλήθος μελετών έχουν υποστηρίξει την αποτελεσματικότητα του σπαθόχορτου, ως τη θεραπεία για την κατάθλιψη, ωστόσο τα αποτελέσματα παραμένουν εμπειρικά καθώς ο μηχανισμός δράσης δεν έχει αποσαφηνιστεί.[4][19] Μια ανασκόπηση του 2015 κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου, στη θεραπεία της κατάθλιψης και είναι τόσο αποτελεσματικό, όσο φαρμακευτικές αγωγές ενώ έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα συγκεγχυμένα αποτελέσματα των διαφόρων μελετών και οι διακυμάνσεις μεταξύ των χωρών που εκτελέσαν τις μελέτες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, καθιστούν δύσκολο τον χαρακτηρισμό του βαλσαμόχορτου ως αντικαταθλιπτικό παράγοντα.[20][21] Ο μηχανισμός δράσης είναι ακόμα υπό διερεύνηση, παρ'όλα αυτά έχει προταθεί ότι οφείλεται στην αναστολή της επαναπρόσληψης ορισμένων νευροδιαβιβαστών.[9] Σύμφωνα με το National Center for Complementary and Integrative Health (NCCIH) των National Institutes of Health, το βαλσαμόχορτο «μπορεί να βοηθήσει κάποιους τύπους κατάθλιψης, αν και τα στοιχεία δεν είναι οριστικά». Το NCCIH σημειώνει, ότι ο συνδυασμός του σπαθόχορτου, με ορισμένα συνταγογραφόμενα αντικαταθλιπτικά, μπορεί να οδηγήσει σε «δυνητικά απειλητική για τη ζωή, αύξηση της σεροτονίνης», μια εγκεφαλική χημική ουσία, η οποία στοχεύεται από τα αντικαταθλιπτικά.[22] Σε ορισμένες περιπτώσεις στη Γερμανία, συνταγογραφείται για την ήπια έως τη μέτρια κατάθλιψη, ειδικά στα παιδιά και τους εφήβους.[23][24] Η ισχυρή παρατηρούμενη αντικαταθλιπτική δράση του φυτού οφείλεται σε ένα πλήθος συστατικών (υπερικίνη, υπεφορίνη φλαβονοειδή) και όχι σε μεμονωμένες ουσίες.[25]

Η υπερικίνη, ψευδοϋπερικίνη και η υπερφορίνη, μπορούν να ποσοτικοποιηθούν στο πλάσμα. Αυτά τα τρία δραστικά συστατικά στους ανθρώπους, έχουν ημιπερίοδο αποβολής του πλάσματος, εντός ενός εύρους από 15-60 ώρες. Κανένα από τα τρία, δεν έχει ανιχνευθεί στα ούρα.[26]

Παρενέργειες

Το βαλσαμόχορτο είναι γενικά καλά ανεκτό, με λίγες παρενέργειες όταν τηρούνται οι προτεινόμενες δοσολογίες.[27] Συχνά οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, περιλαμβάνουν τα γαστροεντερικά συμπτώματα (ναυτία, κοιλιακό άλγος, απώλεια όρεξης και διάρροια), ζάλη, σύγχυση, κόπωση, καταστολή, ξηροστομία, ανησυχία και πονοκέφαλο.[28][29][30] Τα όργανα που πλήτονται από τις ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ).[31] Επίσης, το σπαθόχορτο ελαττώνει τα επίπεδα των οιστρογόνων, όπως της οιστραδιόλης, επιταχύνοντας τον μεταβολισμό της και δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται από γυναίκες οι οποίες χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά χάπια, δεδομένου ότι ρυθμίζει προς τα πάνω το κυτόχρωμα CYP3A4 του συστήματος Ρ450 στο ήπαρ.[32] Το βαλσαμόχορτο όταν χορηγείται μόνο του σπανίως μπορεί να προκαλέσει φωτοευαισθησία φωτοδερματίτιδα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ευαισθησία στο φως και στα ηλιακά εγκαύματα.[27] Η φωτοτοξικότητα του σπαθόχορτου είναι κατά πολύ μικρότερη της καθαρής υπερικίνης. Το βαλσαμόχορτο, συνδέεται με επιβαρυντική ψύχωση σε άτομα που έχουν σχιζοφρένεια.[33] Σε περίπτωση που λαμβάνονται άλλα φάρμακα, πρέπει να ενημερώνεται ο γιατρός ή ο φαρμακοποιός.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

Το βαλσαμόχορτο αλληλεπιδρά με διάφορα φάρμακα είτε ελαττώνοντας την αποτελεσματικότητα τους ειτε προκαλώντας ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο μηχανισμός πιστεύεται ότι περιλαμβάνει την επαγωγή του κυτοχρώματος P450 των ενζύμων CYP3A4 και CYP1A2 (μόνο γυναίκες), που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του μεταβολισμού ορισμένων φαρμάκων, οδηγώντας σε μειωμένη συγκέντρωση τους στο πλάσμα.[34] Επιπλέον, τα συστατικά του σπαθόχορτου επάγουν την P-γλυκοπρωτεΐνη. Αυξημένη έκφρασης της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης οδηγεί σε σε μειωμένη απορρόφηση και αυξημένο ρυθμό απέκκρισης ορισμένων φαρμάκων, που οδηγεί σε χαμηλότερη συγκέντρωση στο πλάσμα και μείωση της κλινικής αποτελεσματικότητας.[35] Έχει βρεθεί ότι η χρήση του σπαθόχορτου, μειώνει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών χαπιών,[36] των φαρμάκων για την αντιμετώπιση του ιού HIV, των αντιπηκτικών φαρμάκων όπως είναι η βαρφαρίνη, των φαρμάκων για τη μείωση της χοληστερόλης και των αγωγών που χρησιμοποιούνται μετά τη μεταμόσχευση.[37]

Αλληλεπιδρά με αντικαταθλιπτικά φάρμακα της κατηγορίας των Αναστολέων Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης (σιταλοπράμη, φλουοξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη, εσκιταλοπράμη, φλουβοξαμίνη) οδηγώντας σε αύξηση των επιπέδων σεροτονίνης, προκαλώντας το σύνδρομο σεροτονίνης που είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή ανεπιθύμητη ενέργεια.[38][39] Η κατανάλωση του βαλσαμόχορτου αποθαρρύνεται για τα άτομα με διπολική διαταραχή. Υπάρχει έντονος προβληματισμός ότι οι άνθρωποι με διπολική κατάθλιψη, λαμβάνοντας βαλσαμόχορτο, μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για επεισόδια μανίας.[40]

Παραδείγματα φαρμάκων, των οποίων η αποτελεσματικότητα μπορεί να μειωθεί με το βαλσαμόχορτο.
Κλάση (Class) Φάρμακα (Drugs)
Αντιρετροϊικά (Antiretrovirals) Μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης (Non-nucleoside reverse transcriptase inhibitors), αναστολείς πρωτεάσης (φαρμακολογία) (protease inhibitor (pharmacology))
Βενζοδιαζεπίνες (Benzodiazepines) Αλπραζολάμη (Alprazolam), μιδαζολάμη (midazolam)
Ορμονική αντισύλληψη (Hormonal contraception) Συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (Combined oral contraceptives)
Ανοσοκατασταλτικά (Immunosuppressants) Αναστολείς καλσινευρίνης (Calcineurin inhibitors), κυκλοσπορίνη (cyclosporine), τακρολίμους (tacrolimus)
Αντιαρρυθμικά (Antiarrhythmics) Αμιωδαρόνη (Amiodarone), φλεκαϊνίδη (flecainide), μεξιλετίνη (mexiletine)
βήτα-αναστολείς (Beta-blockers) Μετοπρολόλη (Metoprolol), καρβεδιλόλη (carvedilol)
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου (Calcium channel blockers) Βεραπαμίλη (Verapamil), διλτιαζέμη (diltiazem), αμλοδιπίνη (amlodipine)
Στατίνες (φάρμακα μείωσης της χοληστερόλης) Λοβαστατίνη (Lovastatin), σιμβαστατίνη (simvastatin), ατορβαστατίνη (atorvastatin)
Άλλα Διγοξίνη (Digoxin), μεθαδόνη (methadone), ομεπραζόλη (omeprazole), φαινοβαρβιτάλη (phenobarbital), θειοφυλλίνη (theophylline), βαρφαρίνη (warfarin), λεβοντόπα, βουπρενορφίνη (buprenorphine), ιρινοτεκάνη (irinotecan)
Πηγή: Rossi, 2005· Micromedex
Φάρμακα που μπορεί να συμβάλουν στο σύνδρομο σεροτονίνης με το σπαθόχορτο.
Κλάση (Class) Φάρμακα (Drugs)
Αντικαταθλιπτικά (Antidepressants) Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης (SNRI), μιρταζαπίνη
Οπιοειδή (Opioids) Τραμαδόλη (Tramadol), πεθιδίνη (μεπεριδίνη) (pethidine (meperidine)), Λεβορφανόλη (Levorphanol)
διεγερτικά του ΚΝΣ (CNS stimulants) Φαιντερμίνη (Phentermine), διαιθυλπρόπιον (diethylpropion), αμφεταμίνες (amphetamines), σιβουτραμίνη (sibutramine), κοκαΐνη
αγωνιστές υποδοχέα 5-ΗΤ (5-ΗΤ 1) (5-HT receptor (5-HT1) agonists) Τριπτάνες (Triptans)
Ψυχεδελικά φάρμακα (Psychedelic drugs) Methylenedioxymethamphetamine (MDMA), LSD, Διμεθυλοτρυπταμίνη (Dimethyltryptamine (DMT)), 3,4-Methylenedioxyamphetamine (MDA), (6-APB)
Άλλα Σελεγιλίνη (Selegiline), τρυπτοφάνη, βουσπιρόνη (buspirone), λίθιον, λινεζολίδη (linezolid), δεξτρομεθορφάνη (dextromethorphan)
Πηγή:[39]

Μηχανισμός δράσης

Το σπαθόχορτο, παρομοίως με άλλα βότανα, περιέχει μια ολόκληρη σειρά από διαφορετικά χημικά συστατικά, στα οποία μπορεί να οφείλονται οι ποικίλλες φαρμακολογικές του δράσεις.[41] Η υπερφορίνη και αδυπερφορίνη, είναι αγωνιστές των υποδοχέων TRPC6 και ως εκ τούτου, θα προκαλέσουν μη ανταγωνιστική αναστολή επαναπρόσληψης μονοαμινών (συγκεκριμένα, ντοπαμίνη, νορεπινεφρίνη και σεροτονίνη), GABA και το γλουταμινικό οξύ, όταν ενεργοποιήσουν αυτό το κανάλι ιόντων.[19][42][43] Στους ανθρώπους, το δραστικό συστατικό η αδυπερφορίνη, είναι επίσης ένας αναστολέας του PTGS1, αραχιδονικό 5-λιποξυγενάσης, SLCO1B1 και επαγωγέας του cΜΟΑΤ.[42][43][44] Η υπερφορίνη είναι επίσης μια αντι-φλεγμονώδης ένωση με αντιαγγειογενετικές, αντιβιοτικές και νευροτροφικές ιδιότητες.[42][43][44] Η υπερφορίνη έχει επίσης ένα ανταγωνιστικό αποτέλεσμα επί των υποδοχέων NMDA, έναν τύπο υποδοχέα γλουταμικού.[43] Επιπλέον, το σπαθόχορτο είναι γνωστό ότι ρυθμίζει προς τα κάτω τον β1 αδρενοϋποδοχέα και ρυθμίζει προς τα πάνω τους μετασυναπτικούς υποδοχείς 5-ΗΤ1Α και 5-ΗΤ2Α, αμφότερους να είναι ένα είδος υποδοχέα σεροτονίνης.[19] Άλλες ενώσεις, μπορούν επίσης να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο, ως προς τις αντικαταθλιπτικές επιπτώσεις του βαλσαμόχορτου, τέτοιες ενώσεις περιλαμβάνουν: ολιγομερείς προκυανιδίνες, φλαβονοειδή (κουερσετίνη), υπερικίνη και ψευδοϋπερικίνη.[19][45][46][47]

Πρότυπο:Hidden begin

Χημική ένωση (Compound) Συγκέντρ. (Conc.)[41]
[48][49]
log P Πολική περιοχή επιφάνειας (Polar surface area (PSA)) Οξύ σταθερά διαστάσεως (Acid dissociation constant (pKa)) Τύπος (Formula) Μοριακό βάρος (Molecular weight (MW)) CYP1A2
Πρότυπο:Refn
CYP2C9
Πρότυπο:Refn
CYP2D6
Πρότυπο:Refn
CYP3A4
Πρότυπο:Refn
P-γλυκοπρωτεΐνη (P-glycoprotein (PGP))
Πρότυπο:Refn
t1/2[49] (h) Tmax[49] (h) Cmax[49] (mM) CSS[49] (mM) Σημειώσεις / Βιολογική δραστηριότητα (Notes / Biological activity)Πρότυπο:Refn
Φλορογλυκινόλες (Phloroglucinols) (2-5%)
Αδυπερφορίνη (Adhyperforin) 0.2-1.9 10-13 71.4 8.51 C36H54O4 550.81 ? ? ? ? ? ? ? ? ? Αναστέλλει την επαναπρόσληψη της: σεροτονίνης (serotonin (5-HT)), Ντοπαμίνης (Dopamine (DA)), Νορεπινεφρίνης (Norepinephrine (NE)), γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ (gamma-aminobutyric acid (GABA)) και Γλουταμινικού (Glutamate (Glu)) μέσω TRPC6 δραστηριοποίησης.[50]
Υπερφορίνη (Hyperforin) 2-4.5 9.7-13 71.4 8.51 C35H52O4 536.78 +[51] +[51]/-[52] -[52] + + 3.5-16 2.5-4.4 15-235 53.7 Χρησιμεύει ως TRPC6 και Πρεγνάνιο Χ υποδοχέα (Pregnane X receptor (PXR)) αγωνιστής. Αναστολέας επαναπρόσληψης του 5-ΗΤ (205nM), DA (102nM), NE (80nM), GABA (184nM), Glu (829nM), Gly και Ch (8.5μM). Αγγειογένεση (Angiogenesis), COX-1 (300nM), 5-LO (90nM), SIRT1 (15μM), SIRT2 (28μM) και Ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη του χρυσίζοντος σταφυλόκοκκου (Methicillin resistant staphylococcus aureus (MRSA)) (1.86μM) αναστολέας.
Ναφθοδιανθρόνες (Naphthodianthrones) (0.03-3%)
Υπερικίνη (Hypericin)[53] 0.003-3 7.5-10 156 6.9±0.2 C30H16O8 504.44 0 -
(3.4 μM)
- (8.5 μM) -
(8.7 μM)
? 2.5-6.5 6-48 0.66-46 ? Είναι μια τοποϊσομεράση II (topoisomerase II),[54] πρωτεϊνική κινάση Α (protein kinase A (PKA)) (10μM), πρωτεϊνική κινάση C (protein kinase C (PKC)) (27nM), Καζεΐνη κινάσης 1 (Casein kinase 1 (CK1)) (3μM), Καζεΐνη κινάσης 2 (Casein kinase 2 (CK2)) (6nM), Μιτογόνο-ενεργοποιημένη πρωτεΐνη κινάση (Mitogen-activated protein kinase (MAPK)) (4nM), Υποδοχέας αυξητικού επιδερμικός παράγοντας (Epidermal growth factor receptor (EGFR)) (35nM), Υποδοχέας ινσουλίνης (Insulin receptor (InsR)) (29nM), Φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης 3-κινάσης (Phosphoinositide 3-kinase (PI3K)) (180nM), ντοπαμίνη β-υδροξυλάση (dopamine β-hydroxylase (DBH)) (12.4μM), DNA πολυμεράση (DNA polymerase (DNA polymerase A)) (14.7μM), Αντίστροφη μεταγραφάση (Reverse transcriptase (HIV-1 RT)) (770nM), Κατεχολ-Ο-μεθυλοτρανσφεράση (Catechol-O-methyl transferase (COMT)), Μονοαμινική οξειδάση Α (Monoamine oxidase A (MAO))A (68μM) και Μονοαμινική οξειδάση Β (Monoamine oxidase B (MAO))B (420μM), ηλεκτρική οξειδάση? (succinoxidase) (8.2μM), Γλουταθειόνη αναγωγάσης (Glutathione reductase (GSR)) (2.1nM), Γλουταθειόνη υπεροξειδάσης (Glutathione peroxidase (GPx)) (5.2μM), S-τρανσφεράση γλουταθειόνης (glutathione S-transferase (GST)) (6.6μM) και Δισμουτάση υπεροξειδίου (Superoxide dismutase (CuZnSOD)) (5.25μM) αναστολέας.[49][53] Προσδένεται στον υποδοχέα NMDA (NMDA receptor) (Ki=1.1μM), οπιοειδούς υποδοχέα Μυ (Mu opioid receptor (μ-opioid)), οπιοειδούς υποδοχέα Κάππα (Kappa opioid receptor (κ-opioid)), υποδοχέας οπιοειδών δέλτα (Delta opioid receptor (δ-opioid)), υποδοχέα 5-ΗΤ6 (5-HT6 receptor (5-HT6)), Υποδοχέα 1 απελευθέρωσης ορμόνης κορτικοτροπίνης (Corticotropin releasing hormone receptor 1 (CRF1)), Υποδοχέα Υ1 νευροπεπτιδίου Υ (Neuropeptide Y receptor Y1 (NPY-Y1)), Υποδοχέα Υ2 νευροπεπτιδίου Υ (Neuropeptide Y receptor Y2 (NPY-Y2)) και Υποδοχέα σίγμα (Sigma receptor (σ)) υποδοχείς.[53] Εκθέματα ελαφρά εξαρτώμενα από ανασταλτικές επιδράσεις στον HIV-1 και τους καρκίνους.[53]
Ψευδοϋπερικίνη (Pseudohypericin) 0.2-0.23 6.7±1.8 176 7.16 C30H16O9 520.44 ? ? ? ? ? 24.8-25.4 3 1.4-16 0.6-10.8[55] Φωτοευαισθητοποιητές και αντιρετροϊκή (antiretroviral) όπως υπερικίνη (hypericin).[56][57] Πρωτεΐνη κινάση C (Protein kinase C (PKC)) ανασταλτικές επιδράσεις in vitro.[58]
Φλαβονοειδή (Flavonoids) (2-12%)
Αμεντοφλαβόνη (Amentoflavone)
[59]
0.01-0.05 3.1-5.1 174 2.39 C30H18O10 538.46 ? -
(35 nM)
- (24.3 μM) -
(4.8 μM)
? ? ? ? ? Χρησιμεύει ως συνθάση λιπαρού οξέος (fatty acid synthase (FASN)) αναστολέας,[60][61][62] Κάπα οπιοειδούς υποδοχέα (Kappa Opioid receptor (kappa opioid)) ανταγωνιστής,[63] και αρνητικό αλλοστερικό ρυθμιστή κατά τη βενζοδιαζεπίνη (benzodiazepine) θέση του υποδοχέα GABAA (GABAA receptor (GABAA)) υποδοχέας.[64]
Απιγενίνη (Apigenin) 0.1-0.5 2.1±0.56 87 6.63 C15H10O5 270.24 ? ? ? ? ? ? ? ? ? Βενζοδιαζεπίνη (Benzodiazepine) υποκαταστάτη υποδοχέα (Ki=4μM) με αγχολυτικά αποτελέσματα.[65] Έχει επίσης, αντιφλεγμονώδη, αντικαρκινική, καρκίνο-προληπτική και αντιοξειδωτική δράση.[66][67]
Κατεχίνη (Catechin) 2-4 1.8±0.85 110 8.92 C15H14O6 290.27 ? ? ? ? ? ? ? ? ? Αντικαρκινικό, αντιοξειδωτικό, καρδιοπροστατευτικό και αντιμικροβιακό.[68][69] Υποδοχέας Κανναβινοειδών CB 1 συνδέτης.[70]
Επιγαλλοκατεχίνη (Epigallocatechin) ? -0.5-1.5 131 8.67 C15H14O6 290.27 ? ? ? ? ? 1.7±0.4a 1.3-1.6a ? ? Ευρισκόμενο σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο πράσινο τσάι. Αντιοξειδωτικό. Υποδοχέας Κανναβινοειδών CB1 (Cannabinoid receptor CB1 (CB1)) υποδοχέας συνδέτης (Ki=35.7 μM).[70]
Υπεροσίδη (Hyperoside) 0.5-2 1.5±1.7 174 6.17 C21H20O12 464.38 ? ? -[71] (3.87μM) ? ? ? ? ? ? Έχει in vitro αντι-μυκητιασική δράση (κατά των παθογόνων των φυτών Pestalotiopsis guepini (P. guepini) και Drechslera),[72] νευροπροστατευτικές επιδράσεις μέσω του PI3K / Akt / Bad / Bcl XL μονοπατιού σηματοδότησης in vitro,[73] αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα μέσω NF-κΒ αναστολής in vitro,[74] Ντοπαμίνη D2 υποδοχέας (D2 υποδοχέας)-εξαρτώμενες αντικαταθλιπτικού τύπου δράσεις in vivo,[75] και Γλυκοκορτικοειδή (αντιγλυκοκορτικοειδή) - παρόμοια αποτελέσματα in vitro.[76]
Καμπφερόλη (Kaempferol)[77] ? 2.1±0.6 107 6.44 C15H10O6 286.24 ? ? ? +/-Πρότυπο:Refn ? ? ? ? ? Αναστέλλει την ακόλουθη: φλεγμονή (μέσω NF-κΒ και STAT1 αναστολή),[78] καρκίνο, αποακετυλάσης της ιστόνης (HDAC),[79] βακτήρια, ιούς, πρωτόζωα και μύκητες.[80] Είναι επίσης γνωστό για την πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων και του καρκίνου.[80]
Λουτεολίνη (Luteolin) ? 2.4±0.65 107 6.3 C15H10O6 286.24 - ? ? ? ? ? ? ? ? Έχει αντι-φλεγμονώδη, αντι-καρκινική, αντι-αντιαλλεργική και αντιοξειδωτική δράση.[81][82] Μπορεί επίσης να έχει θετικές συνέπειες για τα άτομα με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού.[83] Ισχυρός μη-επιλεκτικός ανταγωνιστικός αναστολέας του αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης (PDE) 1-5 .[84]
Κερσετίνη (Quercetin)[85][86] 2-4 2.2±1.5 127 6.44 C15H10O7 302.24 -
(7.5 μM)
b
- (47 μM)
b
- (24 μM)
b
- (22 μM)
b
- 20-72c 8c ? ? Έχει αντικαρκινικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιαλλεργικές, αντιασθματικές, αντιυπερτασικές, αναλγητικές, νευροπροστατευτικές, γαστροπροστατευτικές, αντιδιαβητικές, καρδιαγγειακές παθήσεις-προληπτικές, αντιοξειδωτικές, αντικαταθλιπτικού τύπου (σε μοντέλα αρουραίων της κατάθλιψης), παρόμοιο με αγχολυτικές, ηρεμιστικές, αντιμικροβιακές και αποτελέσματα προαγωγής αθλητικών επιδόσεων.[86] Non-selective PDE1-4 inhibitor that is slightly selective for PDE3/4 over PDE1/2.[87]
Ρουτίνη (Rutin) 0.3-1.6 1.2±2.1 266 6.43 C27H30O16 610.52 ? ? ? ? ? ? ? ? ? Έχει αντικαρκινικές, καρδιοπροστατευτικές, νευροπροστατευτικές, αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδες, αντιδιαβητικές, procognitive και αντιλιπιδαιμικά αποτελέσματα.[88]
Φαινολικά οξέα (Phenolic acids) (~0.1%)
Καφεϊκό οξύ (Caffeic acid) 0.1 1.4±0.4 77.8 3.64 C9H8O4 180.16 ? ? ? -[89] ? ? ? ? ? Αναφέρθηκαν αντικαρκινικές, ηπατοπροστατευτικές, αντιβακτηριακές και αντιοξειδωτικές επιδράσεις.[90]
Χλωρογενικό οξύ (Chlorogenic acid) <0.1% -0.36±0.43 165 3.33 C16H18O9 354.31 0 0 0 0 ? ? ? ? ? Αντιβακτηριακές, αντικαρκινικές και αντιοξειδωτικές επιδράσεις έχουν καταδειχθεί.[91]
Ακρωνύμια και σύμβολα
Ακρωνύμιο / Σύμβολο (Acronym / Symbol) Που σημαίνει (Meaning)
MW Μοριακό βάρος (Molecular weight) σε g•mol−1.
PGP P-γλυκοπρωτεΐνη (P-glycoprotein)
t 1/2 Ημιπερίοδος αποβολής ζωής (Elimination half-life) σε ώρες
T max Χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (Time to peak plasma concentration) σε ώρες
C max Μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (Peak plasma concentration) σε mM
C SS Συγκέντρωση σταθερής κατάστασης πλάσματος (Steady state plasma concentration) σε mM
logP Συντελεστής κατανομής (Partition coefficient). Οι τιμές αυτές είναι πειραματικές που λαμβάνονται από το ChemSpider και [92] (οι ημερομηνίες πρόσβασης είναι και για τις δυο 13 - 15 Δεκεμβρίου 2013) όπου είναι διαθέσιμες ή εάν δεν είναι διαθέσιμες προσεγγίσεις, έχουν ληφθεί από το [www.chemaxon.com/download/marvin/for-end-users/ ChemAxon MarvinSketch] 6.1.4 & [93]
PSA Πολική περιοχή επιφάνειας (Polar surface area) του εν λόγω μορίου σε τετραγωνικά angstroms2). Λαμβάνεται από την PubChem (η ημερομηνία πρόσβασης είναι στις 13 Δεκεμβρίου 2013).
Conc. Οι τιμές αυτές, αφορούν την κατά προσέγγιση συγκέντρωση (σε %) των συστατικών, στο φρέσκο φυτικό υλικό
- Υποδεικνύει αναστολή του εν λόγω ενζύμου.
+ Υποδεικνύει μια επαγωγική επίδραση, επί του εν λόγω ενζύμου.
0 Καμία επιρροή το εν λόγω ένζυμο.
5-HT 5-υδροξυτρυπταμίνη - συνώνυμο της σεροτονίνης.
DA Ντοπαμίνη
NE Νορεπινεφρίνη
GABA γ-αμινοβουτυρικό οξύ
Glu Γλουταμινικό
Gly Γλυκίνη
Ch Χολίνη
a Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα για το ΗΚΓ, προέρχονται από μια μελέτη[94] της φαρμακοκινητικής, μετά την από του στόματος χορήγηση του πράσινου τσαγιού.
b Προέρχεται από αυτή την πηγή.[52]
c Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής για την κερκετίνη, προέρχονται από μια μελέτη[95] χρησιμοποιώντας αγνή από του στόματος κουερσετίνη, όχι το εκχύλισμα του βαλσαμόχορτου.

Πρότυπο:Hidden end

Ζωικό κεφάλαιο

Δηλητηρίαση

Σε μεγάλες δόσεις, το βαλσαμόχορτο είναι δηλητηριώδες για τα ζώα που βόσκουν (βοοειδή, πρόβατα, κατσίκες, άλογα).[11] Συμπεριφορικά σημάδια της δηλητηρίασης, είναι η γενική ανησυχία και ο ερεθισμός του δέρματος. Η ανησυχία συχνά υποδεικνύεται από το τρίψιμο της οπλής στο έδαφος, το κούνημα ή και το τρίψιμο της κεφαλής και την περιστασιακή αδυναμία του οπισθίου άκρου με την κλείδωση επάνω??? (knuckling over), το λαχάνιασμα, τη σύγχυση και την κατάθλιψη. Η μανία και η υπερκινητικότητα μπορεί επίσης να καταλήξει, συμπεριλαμβάνοντας το τρέξιμο σε κύκλους έως την εξάντληση. Οι παρατηρήσεις των πυκνών παρασιτώσεων του βαλσαμόχορτου από τα Αυστραλιανά φυτοφάγα οικόσιτα, περιλαμβάνουν την εμφάνιση κυκλικών μπαλωμάτων, δίνοντας στις πλαγιές μια εμφάνιση «καλλιέργειας κύκλου», η οποία τεκμαίρεται από αυτό το φαινόμενο. Τα ζώα συνήθως αναζητούν τη σκιά και έχουν μειωμένη όρεξη. Έχει σημειωθεί υπερευαισθησία στο νερό και μπορεί να εμφανιστούν σπασμοί μετά από ένα χτύπημα στο κεφάλι. Αν και έχει σημειωθεί η γενική αποστροφή προς το νερό, ορισμένοι μπορεί να το αναζητήσουν προς ανακούφιση.

Σοβαρός ερεθισμός του δέρματος είναι φυσικά προφανής, με κοκκίνισμα των μη-χρωματισμένων και απροστάτευτων περιοχών. Στη συνέχεια, αυτό οδηγεί στη φαγούρα και το τρίψιμο, που ακολουθείται από περαιτέρω φλεγμονή, εξίδρωση και το σχηματισμό κάκαρου. Οι βλάβες και η φλεγμονή που λαμβάνουν χώρα, λέγεται ότι μοιάζουν με τις συνθήκες που φαίνονται στον αφθώδη πυρετό. Έχουν παρατηρηθεί πρόβατα με οίδημα προσώπου, δερματίτιδα και πτώση του μαλλιού, που οφείλεται στην τριβή. Τα γαλακτοφόρα ζώα μπορεί να παύσουν ή να έχουν μειωμένη παραγωγή γάλακτος· τα κυοφορούντα ζώα μπορεί να αποβάλουν. Οργανικές βλάβες στους μαστούς των ζώων, είναι συχνά εμφανείς. Τα άλογα μπορεί να δείξουν σημάδια ανορεξίας, κατάθλιψης (με μια κωματώδη κατάσταση), διεσταλμένες κόρες και εγχεόμενη επιπεφυκότα.

Διάγνωση

Συνήθως παρατηρούνται, αυξημένη αναπνοή και καρδιακός ρυθμός, ενώ ένα από τα πρώτα σημάδια της δηλητηρίασης του βαλσαμόχορτου, είναι μια ανώμαλη αύξηση στη θερμοκρασία του σώματος. Τα προσβαλλόμενα ζώα, θα απολέσουν βάρος ή θα αποτύχουν να ανακτήσουν βάρος· τα νεαρά ζώα επηρεάζονται περισσότερο από ό, τι τα γηραιότερα ζώα. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να επέλθει ο θάνατος, ως άμεσο αποτέλεσμα της πείνας ή λόγω της δευτερογενούς ασθένειας ή σηψαιμίας των οργανικών βλαβών. Ορισμένα προσβεβλημένα ζώα, μπορεί να πνιγούν κατά λάθος. Κακές επιδόσεις των αμνών που θηλάζουν (κεχρωσμένων και μη κεχρωσμένων) έχει παρατηρηθεί, γεγονός που υποδηλώνει μια μείωση στην παραγωγή γάλακτος ή τη μετάδοση μιας τοξίνης εντός αυτού.

Φωτοευαισθησία

Τα περισσότερα κλινικά συμπτώματα στα ζώα, προκαλούνται από φωτοευαισθησία.[96] Τα φυτά μπορούν να προκαλέσουν είτε πρωτοβάθμια είτε δευτεροβάθμια φωτοευαισθησία:

  • πρωτογενή φωτοευαισθησία άμεσα από τις χημικές ουσίες που περιέχονται σε καταποθέντα φυτά
  • δευτερεύουσα φωτοευαισθησία από το φυτό που σχετίζεται με βλάβες στο ήπαρ.

Οι Araya και Ford (1981), διερεύνησαν τις αλλαγές στη λειτουργία του ήπατος και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία του Hypericum που να σχετίζονται με την επίδραση στην ικανότητα απέκκρισης του ήπατος ή η οποιαδήποτε παρεμβολή ήταν ελάχιστη και προσωρινή. Ωστόσο, στοιχεία της ηπατικής βλάβης στο πλάσμα αίματος, έχουν βρεθεί στις υψηλές και μακρές τιμές της δόσης.

Η φωτοευαισθησία προκαλεί φλεγμονή του δέρματος από ένα μηχανισμό που περιλαμβάνει μια χρωστική ή φωτοδυναμική ένωση, η οποία όταν ενεργοποιείται από ένα συγκεκριμένο μήκος κύματος του φωτός οδηγεί σε in vivo αντιδράσεις οξειδοαναγωγής. Αυτό οδηγεί σε αλλοιώσεις των ιστών, ιδιαίτερα αισθητές πάνω και γύρω σε περιοχές του δέρματος που εκτίθενται στο φως. Ελαφρώς καλυπτόμενες ή κακώς κεχρωσμένες περιοχές είναι πιο εμφανείς. Αφαίρεση των προσβεβλημένων ζώων από τα αποτελέσματα του ηλιακού φωτός, στα μειωμένα συμπτώματα δηλητηρίασης.

Χημική σύσταση

Χημική δομή της υπερικίνης.

Από το υπερικό έχουν απομονωθεί ουσίες που ανήκουν στις παρακάτω κατηγορίες:[41][48]

  • Φλαβονοειδή (π.χ. επιγαλλοκατεχίνη, ρουτίνη, υπεροσίδη, ισοκερκετίνη, κερκιτρίνη, κουερσετίνη, αμεντοφλαβόνη, βιαπιγενίνη, μυρικετίνη, καμπφερόλη, λουτεολίνη)
  • Φαινολικά οξέα (π.χ. χλωρογενικό οξύ, καφεϊκό οξύ, p-κουμαρικό οξύ, φερουλικό οξύ, το p-υδροξυβενζοϊκό οξύ, βανιλλικό οξύ)
  • Ναφθοδιανθρόνες (π.χ. υπερικίνη, ψευδοϋπερικίνη, πρωτοϋπερικίνη, πρωτοψευδοϋπερικίνη)
  • Φλορογλουκινόλες (π.χ. υπερφορίνη, αδυπερφορίνη)
  • Τανίνες (αναφέρθηκαν απροσδιόριστες, προανθοκυανιδίνες)
  • Αιθέρια έλαια (π.χ. 2-μεθυλοοκτάνιο, εννεάνιο, 2-μεθυλοδεκάνιο, ενδεκάνιο, α-πινένιο, β-πινένιο, α-τερπινεόλη, γερανιόλη, μυρκένιο, λιμονένιο, καρυοφυλλένιο, χουμουλένιο)
  • Κορεσμένα λιπαρά οξέα (π.χ. ισοβαλερικό οξύ (3-μεθυλο-βουτανοϊκό οξύ), μυριστικό οξύ, παλμιτικό οξύ, στεατικό οξύ)
  • Αλκοόλες (π.χ. 1-τετρακοζανόλη, 1-εξακοζανόλη)
  • Βιταμίνες & τις ανάλογες ουσίες (π.χ. καροτενοειδή, χολίνη, νικοτιναμίδιο, νικοτινικό οξύ)
  • Διάφορα άλλα (π.χ. πηκτίνη, β-σιτοστερόλη, εξαδεκάνιο, triacontane, kilcoran, norathyriol)

Οι ναφθοδιανθρόνες υπερικίνη και ψευδοϋπερικίνη, μαζί με την φλορογλουκινόλη παράγωγο υπερφορίνης, πιστεύεται ότι είναι μεταξύ των πολυάριθμων δραστικών συστατικών.[9][97][98][99] Περιέχει επίσης αιθέρια έλαια, που αποτελούνται κυρίως από σεσκιτερπένια.[9]

Πρότυπο:Hidden begin

Πρότυπο:Hidden end

Έρευνα

Το βάλσαμόχορτο, μελετάται για την αποτελεσματικότητα στη θεραπεία ορισμένων διαταραχών σωματοποίησης. Τα αποτελέσματα από τις αρχικές μελέτες, είναι ανάμικτα και ακόμα μη τελεσίδικα; κάποιες έρευνες δεν έχουν βρει καμία αποτελεσματικότητα, άλλη έρευνα διαπίστωσε μια μικρή ελάφρυνση των συμπτωμάτων. Περαιτέρω μελέτη απαιτείται και διεξάγεται.

Ένα σημαντικό συστατικό των χημικών, η υπερφορίνη, μπορεί να είναι χρήσιμη για τη θεραπεία του αλκοολισμού, αν και η δοσολογία, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν μελετηθεί.[100][101] Η υπερφορίνη έχει επίσης εμφανίσει αντιβακτηριακές ιδιότητες έναντι Gram-θετικών βακτηρίων, αν και δεν έχει μελετηθεί η δοσολογία, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.[102] Η βοτανική ιατρική έχει επίσης χρησιμοποιήσει εκχυλίσματα λιπόφιλων από το βάλσαμόχορτο, ως τοπική θεραπεία για πληγές, εκδορές, εγκαύματα και τον πόνο των μυών.[101] Τα θετικά αποτελέσματα που έχουν παρατηρηθεί, γενικά αποδίδονται στην υπερφορίνη, λόγω των πιθανών αντιβακτηριακών και αντι-φλεγμονωδών αποτελεσμάτων της.[101] Για το λόγο αυτό, η υπερφορίνη μπορεί να είναι χρήσιμη, στη θεραπεία των μολυσμένων πληγών και των φλεγμονωδών νόσων του δέρματος.[101] Εις απάντηση της ενσωμάτωσης της υπερφορίνης σε ένα νέο λάδι μπάνιου, διεξήχθη μια μελέτη, για να αξιολογήσει το δυναμικό ερεθισμού του δέρματος και η οποία βρήκε καλή ανεκτικότητα του δέρματος απέναντι στο βάλσαμόχορτο.[101]

Η υπερικίνη και η ψευδοϋπερικίνη έχουν δείξει τόσο αντιιικές όσο και αντιβακτηριακές δραστικότητες. Πιστεύεται, ότι αυτά τα μόρια προσδένονται μη ειδικά, με ιικές και κυτταρικές μεμβράνες και μπορεί να οδηγήσει σε φωτο-οξείδωση των παθογόνων και να τις σκοτώσει.[9]

Σημειώσεις

Παραπομπές σημειώσεων


Παραπομπές

  1. Πρότυπο:Cite web
  2. Πρότυπο:Cite encyclopedia
  3. Πρότυπο:Cite journal
  4. 4,0 4,1 Πρότυπο:Cite book
  5. Πρότυπο:Cite web
  6. Πρότυπο:Cite book
  7. Πρότυπο:Cite journal
  8. Πρότυπο:Cite book
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 Πρότυπο:Cite web
  10. 10,0 10,1 Πρότυπο:Cite web
  11. 11,0 11,1 [1] Πρότυπο:Webarchive|Hypericum perforatum
  12. Watt, John Mitchell; Breyer-Brandwijk, Maria Gerdina: The Medicinal and Poisonous Plants of Southern and Eastern Africa 2nd ed Pub. E & S Livingstone 1962
  13. Πρότυπο:Cite book
  14. Γαληνός, Περί Κράσεως και Δυνάμεως των Απλών Φαρμάκων, 12.148
  15. Διοσκορίδης, Περί ύλης ιατρικής, 3.154
  16. Πρότυπο:Cite webΠρότυπο:Dead link
  17. Πρότυπο:Cite web
  18. Πρότυπο:Cite web
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Πρότυπο:Cite journal
  20. Πρότυπο:Cite journal
  21. Πρότυπο:Cite journal
  22. Πρότυπο:Cite web
  23. Πρότυπο:Cite journal
  24. Πρότυπο:Cite journal
  25. Πρότυπο:Cite journal
  26. R. Baselt, Disposition of Toxic Drugs and Chemicals in Man, 8th edition, Biomedical Publications, Foster City, CA, 2008, pp. 1445–1446.
  27. 27,0 27,1 Πρότυπο:Cite journal
  28. Πρότυπο:Cite book
  29. Πρότυπο:Cite journal
  30. Πρότυπο:Cite journal
  31. Πρότυπο:Cite journal
  32. Πρότυπο:Cite web
  33. Πρότυπο:Cite book
  34. Πρότυπο:Cite journal
  35. Πρότυπο:Cite journal
  36. Πρότυπο:Cite journal
  37. Πρότυπο:Cite journal
  38. Πρότυπο:Cite journal
  39. 39,0 39,1 Πρότυπο:Cite book
  40. Πρότυπο:Cite web
  41. 41,0 41,1 41,2 Πρότυπο:Cite book
  42. 42,0 42,1 42,2 Πρότυπο:Cite encyclopedia
  43. 43,0 43,1 43,2 43,3 Πρότυπο:Cite encyclopedia
  44. 44,0 44,1 Πρότυπο:Cite encyclopedia
  45. Πρότυπο:Cite journal
  46. Πρότυπο:Cite journal
  47. Πρότυπο:Cite journal
  48. 48,0 48,1 Πρότυπο:Cite journal
  49. 49,0 49,1 49,2 49,3 49,4 49,5 Πρότυπο:Cite book
  50. Πρότυπο:Cite journal
  51. 51,0 51,1 Πρότυπο:Cite journal
  52. 52,0 52,1 52,2 Πρότυπο:Cite journal
  53. 53,0 53,1 53,2 53,3 Πρότυπο:Cite journal
  54. Πρότυπο:Cite journal
  55. Πρότυπο:Cite journal
  56. Πρότυπο:Cite journal
  57. Πρότυπο:Cite journal
  58. Πρότυπο:Cite journal
  59. Πρότυπο:Cite journal
  60. Πρότυπο:Cite journal
  61. Πρότυπο:Cite journal
  62. Πρότυπο:Cite journal
  63. Πρότυπο:Cite journal
  64. Πρότυπο:Cite journal
  65. Πρότυπο:Cite journal
  66. Πρότυπο:Cite journal
  67. Πρότυπο:Cite journal
  68. Πρότυπο:Cite journal
  69. Πρότυπο:Cite journal
  70. 70,0 70,1 Πρότυπο:Cite journal
  71. Πρότυπο:Cite journal
  72. Πρότυπο:Cite journal
  73. Πρότυπο:Cite journal
  74. Πρότυπο:Cite journal
  75. Πρότυπο:Cite journal
  76. Πρότυπο:Cite journal
  77. Πρότυπο:Cite journal
  78. Πρότυπο:Cite journal
  79. Πρότυπο:Cite journal
  80. 80,0 80,1 Πρότυπο:Cite journal
  81. Πρότυπο:Cite journal
  82. Πρότυπο:Cite journalΠρότυπο:Dead link
  83. Πρότυπο:Cite journal
  84. Πρότυπο:Cite journal
  85. Πρότυπο:Cite journal
  86. 86,0 86,1 Πρότυπο:Cite journal
  87. Πρότυπο:Cite journal
  88. Πρότυπο:Cite journal
  89. Πρότυπο:Cite journal
  90. Πρότυπο:Cite journal
  91. Πρότυπο:Cite journal
  92. [2]Πρότυπο:Dead link
  93. Πρότυπο:Cite web
  94. Πρότυπο:Cite journal
  95. Πρότυπο:Cite journal
  96. Πρότυπο:Cite web
  97. Πρότυπο:Cite journal
  98. Πρότυπο:Cite journal
  99. Schwob I, Bessière JM, Viano J.Composition of the essential oils of Hypericum perforatum L. from southeastern France.C R Biol. 2002;325:781-5.
  100. Πρότυπο:Cite journal
  101. 101,0 101,1 101,2 101,3 101,4 Πρότυπο:Cite journal
  102. Πρότυπο:Cite journal

Πρόσθετη ανάγνωση

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πρότυπο:Βικιλεξικό Πρότυπο:Commonscat


Πρότυπο:Βότανα Πρότυπο:Authority control